ἴκταρ


ἴκταρ
ἴκταρ (ἵκω, eigtl. hinkommend, das Ziel treffend), auf einen u. denselben Wurf oder Schlag, zusammentreffend, zugleich. Vom Orte: nahe kommend; sprichwörtlich: ταῦτα πάντα πρὸς τύραννον τὸ λεγόμενον οὐδ' ἴκταρ βάλλει, hat keinen Bezug auf ihn, trifft ihn nicht, eigtl. nicht einmal nahe trifft er, geschweige das Ziel

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ἴκταρ — close together indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ίκταρ — (I) ἴκταρ (Α) επίρρ. 1. με ένα χτύπημα, ταυτόχρονα («κεραυνοὶ ἴκταρ ἅμα βροντῇ», Ησίοδ.) 2. τοπ. πολύ κοντά («ἥμενοι Διὸς ἴκταρ», Αισχύλ.) 3. ως ουσ. «τὸ ἴκταρ» το γυναικείο αιδοίο. [ΕΤΥΜΟΛ. Αρχ. ουδέτερο το οποίο έγινε επίρρημα και ετυμολογικά… …   Dictionary of Greek

  • осетр — род. п. тра, укр. осетр, ясетр, болг. есетър (Младенов 163), сербохорв. jѐсетра, чеш., слвц. jesetr, польск. jesiotr, диал. jesiora, словин. jìesøra рыбья кость . Родственно лит. ašėtras осетр (Ширвид), др. прусск. esketres – то же, др. лит.… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • αιχμή — Το μυτερό πρόσθιο άκρο διαφόρων σύγχρονων εργαλείων ή όπλων (όπως το ξίφος και η ξιφολόγχη) καθώς και όπλων του παρελθόντος (όπως το βέλος, το δόρυ κ.ά.). Η α. είναι ένα από τα αρχαιότερα δημιουργήματα του ανθρώπου. Η επινόησή της χάνεται στα… …   Dictionary of Greek

  • διφθέρα — I Το κατεργασμένο δέρμα που χρησιμοποιούσαν για γραφή οι αρχαίοι Έλληνες, αλλά και το δερμάτινο ένδυμα των πιο φτωχών, αγροτών ή βοσκών, που κάλυπτε και το κεφάλι. Κατά τον Ηρόδοτο, οι Ίωνες ονόμαζαν δ. τα βιβλία από πάπυρο, επειδή παλαιότερα,… …   Dictionary of Greek

  • θέλκταρ — θέλκταρ, το (Α) (κατά τον Ησύχ.) «θέλγητρον». [ΕΤΥΜΟΛ. < θέλγ ω + κατάλ. ταρ, πιθ. κατά τα ίκταρ, νέκταρ (βλ. και λ. θέλγητρο)] …   Dictionary of Greek

  • ικταίνω — ἰκταίνω (Α) χτυπώ, ωθώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. συνδέεται πιθ. με το ἴκταρ (Ι)* και απαντά εν συνθέσει σε γλώσσα τού Αριστάρχου: ὑπερ ικταίνοντο ἄγαν ἐπάλλοντο] …   Dictionary of Greek

  • ā̆ik̂- : ī̆k̂- —     ā̆ik̂ : ī̆k̂     English meaning: spear, pike     Deutsche Übersetzung: ‘spieß; with einer spitzen Waffe treffen”     Note: Both Root ak ̂ , ok ̂ : ‘sharp; stone” and Root üĭ k ̂ : īk̆ ̂ : ‘spear, pike” are reduced roots of an older root… …   Proto-Indo-European etymological dictionary


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.